Η Μεγάλη Παρασκευή δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη θρησκευτικό έθιμο της Ελληνικής κοινωνίας, αλλά κορυφαία στιγμή πένθους, περισυλλογής και βαθιάς πνευματικής κατάνυξης για την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η ακολουθία και η περιφορά του Επιταφίου συνιστούν βίωμα μυστηριακό, συμμετοχή στο Θείο Δράμα, και όχι μια ευκαιρία κοινωνικής συνάθροισης ή επιφανειακής παρουσίας.
Κι όμως, τα τελευταία χρόνια –και ιδίως φέτος– παρατηρείται μια θλιβερή αλλοίωση του χαρακτήρα αυτής της Ιερής στιγμής.
Πλήθη ανθρώπων συμμετέχουν εξωτερικά, χωρίς καμία εσωτερική προετοιμασία ή στοιχειώδη συνείδηση του τι ακριβώς βιώνουν.
Η εικόνα ανθρώπων που καπνίζουν, συνομιλούν ακατάπαυστα, γελούν ή επιδίδονται σε ανούσια κουτσομπολιά κατά τη διάρκεια της πομπής, δεν συνιστά απλώς έλλειψη ευγένειας· αποτελεί ένδειξη πνευματικής αποσύνθεσης.
Ακόμη πιο θλιβερό είναι το φαινόμενο της πλήρους απορρύθμισης της Ιερότητας του χώρου και του χρόνου: παιδιά να φωνάζουν και να τρέχουν ανεξέλεγκτα, κατοικίδια ζώα να συνοδεύουν την πομπή και μια γενικευμένη ατμόσφαιρα που θυμίζει περισσότερο κοσμική εκδήλωση παρά εκκλησιαστική σύναξη.
Όλα αυτά δεν αποτελούν απλώς «υπερβολές» ή «λεπτομέρειες», αλλά μαρτυρούν την απώλεια της έννοιας του Ιερού.
Η ευθύνη, όμως, δεν βαραίνει αποκλειστικά τους πιστούς.
Μεγάλο μερίδιο φέρουν και οι ποιμένες της Εκκλησίας. Όταν, στο όνομα μιας επιφανειακής «προσέλκυσης του κόσμου», αποσιωπάται η ανάγκη της κατήχησης και της πνευματικής καθοδήγησης, τότε αυτό το θλιβερό αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο!
Η Εκκλησία δεν είναι χώρος πελατειακής λογικής, ούτε οι πιστοί «πελάτες» που πρέπει να ικανοποιηθούν με κάθε κόστος.
Όταν οι ιερείς αποφεύγουν να θέσουν όρια, να διδάξουν, να υπενθυμίσουν την ιερότητα των στιγμών, τότε ουσιαστικά συναινούν στη μετατροπή του μυστηρίου σε θέαμα.
Η Ορθοδοξία δεν απαιτεί τυπολατρία, αλλά σεβασμό. Δεν επιβάλλει στείρους κανόνες, αλλά καλεί σε συνειδητή συμμετοχή.
Ο Επιτάφιος δεν είναι μια «παράδοση» που τηρούμε μηχανικά, αλλά πρόσκληση σε σιωπή, ταπείνωση και ενδοσκόπηση.
Εάν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τα Ιερά ως ευκαιρία κοινωνικής επίδειξης ή χαλαρής εξόδου, τότε δεν θα έχει απομείνει τίποτε από το ουσιαστικό τους περιεχόμενο και τότε, το πρόβλημα δεν θα είναι απλώς αισθητικό ή ηθικό· θα είναι βαθύτατα πνευματικό.
Η επιστροφή στο νόημα δεν απαιτεί πολλά: λίγη σιωπή, λίγη επίγνωση, λίγη ταπείνωση. Και κυρίως, την ευθύνη όλων –πιστών και ποιμένων– να διαφυλάξουν αυτό που δεν τους ανήκει, αλλά τους έχει παραδοθεί.
Καλή Ανάσταση…

