Σήμερα, κατά τη μεταφορά από τον Ιερό Ναό Αγίου Πολυκάρπου Μενεμένης, της Τιμίας Κάρας του Αγίου Στυλιανού στο ομώνυμο ίδρυμα «Άγιος Στυλιανός» του Δήμου Θεσσαλονίκης, ώστε τα πανέμορφα και πανέξυπνα παιδάκια που ζουν εκεί να λάβουν την ευλογία του Αγίου, έζησα μια στιγμή που δύσκολα χωράει σε λέξεις.
Μια στιγμή που δεν ήταν απλώς συγκινητική· ήταν βαθιά συμβολική, σχεδόν μυσταγωγική.
Η ατμόσφαιρα ήταν ήδη φορτισμένη από ευλάβεια.

Η παρουσία της Τιμίας Κάρας, η σιωπηλή συγκίνηση των πιστών, τα πρόσωπα που έδειχναν να ακουμπούν για λίγο την αιωνιότητα – όλα δημιουργούσαν ένα σκηνικό πνευματικής ανάτασης.
Κι όμως, η μεγαλύτερη έκπληξη με περίμενε λίγα βήματα πιο πέρα.
Στο ίδρυμα μας περίμενε ο ιερέας που θα μας υποδεχόταν.
Ήταν ο πατέρας Αργύριος.

Ο άνθρωπος που με βάφτισε όταν ήμουν μόλις σαράντα ημερών!!!
Ο ιερέας που,κρατώντας με στην αγκαλιά του, με εισήγαγε στο σώμα της Εκκλησίας, σφραγίζοντας την Αρχή της πνευματικής μου πορείας.
Σαράντα ημέρες ζωής τότε. Μια ολόκληρη διαδρομή 46 χρόνων από τότε μέχρι σήμερα κι όμως, μέσα σε ένα βλέμμα, ένιωσα πως ο κύκλος έκλεινε με έναν τρόπο που μόνο η Πρόνοια του Θεού μπορεί να σχεδιάσει.
Από την κολυμβήθρα στο κατώφλι ενός ιδρύματος αφιερωμένου στον ίδιο Άγιο, από την πρώτη μου είσοδο στην εκκλησιαστική ζωή σε μια ώριμη συνάντηση συνείδησης και μνήμης.
Η συγκίνηση ήταν αθόρυβη αλλά βαθιά.
Δεν ήταν απλώς μια τυχαία επανένωση.
Ήταν η ζωντανή υπενθύμιση ότι τίποτα στην πνευματική μας πορεία δεν είναι αποκομμένο. Οι άνθρωποι που γίνονται όργανα της Χάριτος στη ζωή μας, ακόμη κι αν χαθούν για χρόνια από το οπτικό μας πεδίο, παραμένουν δεμένοι μαζί μας με δεσμούς αόρατους αλλά ισχυρούς.
Ο πατέρας Αργύριος, ίσως χωρίς να το γνωρίζει, υπήρξε ο πρώτος λειτουργός που προσευχήθηκε προσωπικά για μένα, που πρόφερε τα ονόματα μου μπροστά στην Αγία Τριάδα, που με σφράγισε «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Και χθες, τόσα χρόνια μετά, βρεθήκαμε ξανά, όχι πια ως βρέφος και ιερέας, αλλά ως δύο άνθρωποι που συναντιούνται μέσα στο ίδιο μυστήριο της πίστης.
Σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν γρήγορα, ρευστά και παροδικά, τέτοιες συναντήσεις θυμίζουν ότι η Εκκλησία είναι συνέχεια. Είναι μνήμη. Είναι σχέση. Είναι η αλυσίδα των προσώπων που γίνονται γέφυρες ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν μας.
Φεύγοντας από το ίδρυμα, κρατούσα μέσα μου κάτι πολύ περισσότερο από την ευλογία μιας ιερής παρουσίας. Κρατούσα την αίσθηση ότι η ζωή μας υφαίνεται με νήματα που δεν βλέπουμε, αλλά που κάποια στιγμή, με τρόπο απρόσμενο, αποκαλύπτονται μπροστά μας σε ένα πανέμορφο υφαντό ζωή και τότε καταλαβαίνουμε πως τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Προσεύχομαι ο Άξιος αυτός ιερεύς να έχει υγεία και μακροζωία.

