Όταν ο πόνος γίνεται ψήφος

Ο θάνατος ενός παιδιού είναι από τα πιο ακραία και αδιανόητα πλήγματα που μπορεί να δεχθεί ένας άνθρωπος.

Η κοινωνία στέκεται –και ορθώς– με σεβασμό απέναντι στον γονεϊκό πόνο, αναγνωρίζοντας πως υπάρχουν τραύματα που δεν κλείνουν ποτέ.

Όταν όμως αυτός ο πόνος παύει να είναι κραυγή δικαιοσύνης και μετατρέπεται σε όχημα προσωπικής πολιτικής ανέλιξης, τότε κάτι βαθιά ανήθικο συμβαίνει.

Σε περιπτώσεις μεγάλων τραγωδιών, όπου χάνονται πολλές ζωές, είναι φυσικό και πολύ καλώς γίνεται να δημιουργούνται συλλογικότητες θυμάτων.

Στόχος τους, θεωρητικά, είναι η διεκδίκηση της αλήθειας, η απόδοση ευθυνών και η αποτροπή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον και όλοι είμαστε μαζί τους!

Όταν όμως μια τέτοια συλλογικότητα μετατρέπεται σταδιακά σε πολιτικό φυτώριο, με ξεκάθαρη καθοδήγηση και προσωπικές φιλοδοξίες στο κέντρο της, τότε ο σκοπός έχει διαστραφεί.

Η εργαλειοποίηση του πένθους είναι από τις πιο σκοτεινές μορφές πολιτικής εκμετάλλευσης.

Διότι δεν βασίζεται σε πρόγραμμα, ιδέες ή όραμα, αλλά στη συναισθηματική ομηρία της κοινωνίας.

Όποιος τολμήσει να ασκήσει κριτική, στιγματίζεται ως άκαρδος. Όποιος διαφωνήσει, κατηγορείται ότι «προσβάλλει τη μνήμη των νεκρών». Έτσι, ο δημόσιος διάλογος νεκρώνεται, ενώ η ηθική ασπίδα του πόνου λειτουργεί ως πολιτική ασυλία.

Ακόμη πιο προβληματικό είναι όταν ο θάνατος ενός ανήλικου παιδιού μετατρέπεται, έστω και έμμεσα, σε μαγνήτη ψήφων.

Όταν η κοινωνική συμπόνια γίνεται εκλογική δεξαμενή και η τραγωδία μεταφράζεται σε ποσοστά.

Τότε δεν έχουμε απλώς πολιτική φιλοδοξία – έχουμε ηθική εκτροπή.

Η δικαιοσύνη δεν χρειάζεται υποψήφιους σωτήρες. Χρειάζεται θεσμούς, διαφάνεια και ψυχραιμία. Οι αγώνες των θυμάτων οφείλουν να είναι καθαροί, ακομμάτιστοι και ειλικρινείς.

Διαφορετικά, η μνήμη των νεκρών δεν τιμάται· χρησιμοποιείται.

Και ίσως το πιο τραγικό από όλα είναι ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, το ίδιο το παιδί –η ζωή που χάθηκε– παύει να είναι πρόσωπο και γίνεται σύμβολο. Ένα σύμβολο που κάποιοι δεν διστάζουν να σηκώσουν ψηλά, όχι για να φωτίσουν την αλήθεια, αλλά για να ανέβουν οι ίδιοι ένα σκαλί πιο πάνω.

Η κοινωνία οφείλει να δείχνει ενσυναίσθηση. Αλλά οφείλει και να διακρίνει. Διότι άλλο πράγμα ο αγώνας για δικαιοσύνη και άλλο η εκμετάλλευση της τραγωδίας.

Ανάμεσα στα δύο αυτά υπάρχει ένα όριο λεπτό, αλλά απολύτως κρίσιμο.